Υγιείς χώροι, υγιείς άνθρωποι

ioanna panayiotou

Πώς η περιβαλλοντική φυσιολογία, ο βιοφιλικός σχεδιασμός και η οικολογική ενσυναίσθηση στηρίζουν τη βιώσιμη απόδοση των οργανισμών

Περνάμε μεγάλο μέρος της ημέρας μας σε κλειστούς χώρους, συχνά χωρίς να σκεφτόμαστε πόσο επηρεάζουν την υγεία, τη διάθεση και την απόδοσή μας. Κι όμως, ο αέρας που αναπνέουμε, το φως, η θερμοκρασία και ο θόρυβος μπορούν να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, συνεργαζόμαστε και λαμβάνουμε αποφάσεις.

Ο χώρος στον οποίο ζούμε και εργαζόμαστε δεν αφορά μόνο την άνεση ή την αισθητική. Επηρεάζει τη συγκέντρωσή μας, τη δημιουργικότητα, την ευημερία και, τελικά την απόδοση μας. Σήμερα γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι η ευημερία των ανθρώπων, η παραγωγικότητα και η βιώσιμη ανάπτυξη συνδέονται άμεσα. Δεν πρόκειται για ξεχωριστούς στόχους, αλλά για διαφορετικές πλευρές της ίδιας πραγματικότητας.

Για χρόνια, οι οργανισμοί έδιναν  έμφαση κυρίως  στην τεχνολογία, στις διαδικασίες και στα μοντέλα διοίκησης, με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης χωρίς να λαμβάνουν υπόψη  το ίδιο το εργασιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι άνθρωποι περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας τους.

Η ποιότητα του αέρα, ο φωτισμός, η θερμοκρασία, ο θόρυβος και η επαφή με τη φύση δεν επηρεάζουν μόνο τη σωματική υγεία. Επηρεάζουν επίσης την ικανότητά μας να συγκεντρωνόμαστε, να σκεφτόμαστε καθαρά, να παίρνουμε αποφάσεις και να βρίσκουμε λύσεις. Ένας χώρος που δεν υποστηρίζει τις ανθρώπινες ανάγκες μπορεί να αυξήσει την κόπωση, το στρες και τη δυσκολία συγκέντρωσης. Αντίθετα, ένας σωστά σχεδιασμένος χώρος μπορεί να ενισχύσει την ευημερία, την ανθεκτικότητα και τη δημιουργικότητα.

Αυτό ακριβώς εξετάζει η περιβαλλοντική φυσιολογία: τον τρόπο με τον οποίο οι συνθήκες του περιβάλλοντος επηρεάζουν τη βιολογική και ψυχολογική λειτουργία του ανθρώπου. Ενδεικτικά, σε ελεγχόμενη μελέτη με εργαζομένους γραφείου, καλύτερος αερισμός και χαμηλότερα επίπεδα πτητικών οργανικών ενώσεων συσχετίστηκαν με υψηλότερες επιδόσεις σε τομείς όπως η στρατηγική σκέψη, η αξιοποίηση πληροφοριών και η λήψη αποφάσεων (Allen et al., 2016).

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συζήτηση έχει και ο βιοφιλικός σχεδιασμός. Η βασική του ιδέα είναι απλή: ο άνθρωπος έχει μια φυσική ανάγκη να διατηρεί επαφή με τη φύση, ακόμη και όταν ζει και εργάζεται σε αστικά περιβάλλοντα. Το φυσικό φως, τα φυτά, τα φυσικά υλικά, η θέα προς το πράσινο και οι χώροι χαλάρωσης δεν είναι απλώς διακοσμητικές επιλογές. Μπορούν να δημιουργήσουν πιο ανθρώπινους, ήρεμους και λειτουργικούς χώρους εργασίας.

Αυτές οι πρακτικές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία  μέσα στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής. Για χώρες όπως η Κύπρος, η προσαρμογή των εργασιακών χώρων στις νέες κλιματικές συνθήκες δεν πρέπει να είναι προαιρετική.

Σε περιόδους καύσωνα, ένας χώρος χωρίς επαρκή σκίαση, αερισμό ή θερμική άνεση δεν επηρεάζει μόνο την άνεση των εργαζομένων αλλά και την αποτελεσματικότητα της ομάδας. Η επένδυση σε πιο υγιείς και ανθεκτικούς χώρους συνδέεται, επομένως, με τη διατήρηση της παραγωγικότητας, τη μείωση των κινδύνων και τη συνολική ετοιμότητα ενός οργανισμού απέναντι στις αλλαγές που έρχονται.

Παράλληλα, αναδεικνύεται όλο και περισσότερο η έννοια της οικολογικής ενσυναίσθησης. Πρόκειται για την κατανόηση ότι η ανθρώπινη ευημερία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την κοινωνία και τα φυσικά οικοσυστήματα. Δεν αρκεί μόνο να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν περιβαλλοντικά προβλήματα. Χρειάζεται οι αποφάσεις μας να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες που έχουν στους ανθρώπους, στην κοινωνία και στο περιβάλλον.

Σε έναν σύγχρονο οργανισμό, η οικολογική ενσυναίσθηση μπορεί να ενισχύσει την υπεύθυνη ηγεσία και την κουλτούρα βιωσιμότητας. Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι εργάζονται σε έναν χώρο που σέβεται την υγεία και τις ανάγκες τους, είναι πιο πιθανό να δείχνουν μεγαλύτερη δέσμευση, συνεργασία και δημιουργικότητα.

Η φροντίδα για την ευημερία των εργαζομένων δεν είναι μόνο ζήτημα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Είναι μια στρατηγική επιλογή που επηρεάζει άμεσα την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ενός οργανισμού.

Για όλα αυτά δεν χρειάζονται πάντα μεγάλες δαπάνες. Η προσθήκη φυτών, η καλύτερη αξιοποίηση του φυσικού φωτός, η βελτίωση του αερισμού και η δημιουργία χώρων ξεκούρασης μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την καθημερινή εμπειρία των εργαζομένων με μικρές και έξυπνες παρεμβάσεις.

Η δημιουργία υγιών εργασιακών περιβαλλόντων συνδέεται άμεσα και με τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών. Συμβάλλει στην Καλή Υγεία και Ευημερία (SDG 3), στην Αξιοπρεπή Εργασία και Οικονομική Ανάπτυξη (SDG 8), στις Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες (SDG 11) και στη Δράση για το Κλίμα (SDG 13).

Σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας, η ποιότητα των χώρων όπου ζούμε και εργαζόμαστε γίνεται καθοριστικός παράγοντας βιώσιμης απόδοσης. Η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία ή την οικονομική ισχύ. Εξαρτάται και από το κατά πόσο ένας οργανισμός μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες που επιτρέπουν στους ανθρώπους του να εξελίσσονται, να συνεργάζονται και να ευημερούν.

Η σχέση ανάμεσα στο περιβάλλον, την υγεία, την ευημερία και την απόδοση δεν είναι απλώς θεωρητική. Επιβεβαιώνεται από ερευνητικά δεδομένα που συνδέουν την ποιότητα του εσωτερικού περιβάλλοντος με τη γνωστική λειτουργία και την ευημερία των εργαζομένων.

Οι υγιείς χώροι δεν είναι απλώς καλύτερα κτήρια. Είναι μια καθημερινή δήλωση σεβασμού προς τους ανθρώπους που εργάζονται μέσα σε αυτούς. Και αυτή η επιλογή μπορεί να καθορίσει όχι μόνο την απόδοση ενός οργανισμού, αλλά και τη σχέση του με το μέλλον.

Αναφορά
Allen, J. G., MacNaughton, P., Satish, U., Santanam, S., Vallarino, J., & Spengler, J. D. (2016). Associations of cognitive function scores with carbon dioxide, ventilation, and volatile organic compound exposures in office workers: A controlled exposure study of green and conventional office environments. Environmental Health Perspectives, 124(6), 805–812.
https://doi.org/10.1289/ehp.1510037

Της Ιωάννας Παναγιώτου

Διευθύντριας Λειτουργιών και Βιώσιμης Ανάπτυξης

του Πανεπιστημίου Λεμεσού

Share post: